Οι πιο αγαπημένοι παίκτες Μουντιάλ όλων των εποχών για τους Έλληνες

Reading time11 λ   •  Betsson Team
Περιεχόμενα

Το Μουντιάλ είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση για την Ελλάδα. Την πρώτη φορά που βρεθήκαμε σε αυτό, το 1994, διασυρθήκαμε στα γήπεδα των ΗΠΑ. Ήταν και η μόνη φορά όπου η «γαλανόλευκη» έλαβε μέρος στη γιορτή του ποδοσφαίρου, τον προηγούμενο αιώνα. Με την αλλαγή της χιλιετίας, όμως, άλλαξαν τα πράγματα και οι διαδοχικές συμμετοχές το 2010 και το 2014 έβαλαν τη χώρα μας στον παγκόσμιο ποδοσφαιρικό χάρτη.

Ήρθε, ωστόσο, μία περίοδος 12 ετών στην οποία η Ελλάδα έμεινε εκτός. Άλλοτε η ατυχία, άλλοτε η αστοχία και η κακή φόρμα, ήταν στοιχεία που μας ανάγκασαν να δούμε τους αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου από την τηλεόραση. Το ίδιο θα συμβεί και φέτος, με την εθνική μας ομάδα να βρίσκεται εκτός αποδόσεων για το στοίχημα του Μουντιάλ, σε μία διοργάνωση που έχει πλέον 48 συμμετέχουσες ομάδες και διεξάγεται από κοινού από ΗΠΑ, Μεξικό και Καναδά.

Γιατί οι Έλληνες αγαπούν το Μουντιάλ

Η απάντηση είναι ακριβώς από πάνω: καθώς η εθνική μας δεν συμμετέχει συχνά στο Μουντιάλ, είναι λογικό άπαντες να «υιοθετούν» άλλες ομάδες για να υποστηρίξουν. Έτσι, κάθε τέσσερα χρόνια, η καρδιά της ποδοσφαιρικής Ελλάδας χτυπάει εντονότερα μπροστά στους τηλεοπτικούς δέκτες. Οι καφετέριες και τα εστιατόρια γεμίζουν από κόσμο για να δουν τους αγώνες. Και όλοι έχουν έναν αγαπημένο παίκτη για τον οποίο δεν σηκώνουν κουβέντα, ούτε καν από συγγενείς και φίλους.

Όλοι μας μεγαλώνουμε με ποδοσφαιρικά είδωλα, παίκτες που πιθανώς δεν θα δούμε ποτέ στο ελληνικό πρωτάθλημα, αλλά ταυτιζόμαστε μαζί τους. Είναι απόλυτα λογικό, λοιπόν, να υπάρχουν παίκτες στην ιστορία των Μουντιάλ που έγιναν «αγαπημένοι» για ολόκληρες γενιές στην Ελλάδα. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένο στιλ παίκτη ή είδος ποδοσφαίρου που υποστηρίζουν οι Έλληνες: μπορεί να πρόκειται για οποιονδήποτε.

Οι θρύλοι πριν από τη χρυσή εποχή της τηλεόρασης

Βέβαια, είναι αναμφισβήτητο ότι κάποιοι ποδοσφαιριστές του Μουντιάλ ξεχωρίζουν όχι μόνο στις καρδιές των συμπατριωτών μας, αλλά σε όλον τον κόσμο. Πρόκειται για εκείνους που, ακόμη κι αν κανείς δεν τους έχει δει ποτέ ζωντανά σε κάποιο γήπεδο, είναι πολύ «μεγάλοι» για να τους αγνοήσει κανείς. Κυρίως, εκείνους που μεσουράνησαν σε εποχές που η τηλεόραση δεν αποτελούσε μία συνηθισμένη, καθημερινή συσκευή στα ελληνικά σπίτια. Για όλους αυτούς, οι Έλληνες φίλαθλοι έμαθαν μέσω ντοκιμαντέρ, εφημερίδων και, φυσικά, μέσω των μύθων που συνόδευσαν μερικούς από τους παλαιότερους παίκτες.

Ο Πελέ κέρδισε τρία Παγκόσμια Κύπελλα με τη Βραζιλία, το 1958, το 1962 και το 1970, ένα ρεκόρ που παραμένει ακατάρριπτο. Ο Εουσέμπιο, που ανέδειξε το πορτογαλικό ποδόσφαιρο, ήταν πρώτος σκόρερ στο Μουντιάλ του 1966 και ο Γιόχαν Κρόιφ το 1974 άλλαξε το στιλ ποδοσφαίρου όπως το ξέρουμε, με το Total Football, ως ηγέτης της Ολλανδίας. Ο «Κάιζερ» Φραντς Μπεκενμπάουερ, κέρδισε το Μουντιάλ σαν παίκτης εκείνη τη χρονιά και σαν προπονητής το 1990, κάτι που έχουν καταφέρει επίσης ο Μάριο Ζαγκάλο (Βραζιλία) και ο Ντιντιέ Ντεσάμπ (Γαλλία).

Οι παίκτες-μύθοι στο τέλος της χιλιετίας

Αυτή είναι μία εποχή που γαλούχησε την ποδοσφαιρική ταυτότητα των Ελλήνων που σήμερα είναι πάνω από 35-40 ετών. Η τηλεόραση είχε μπει πια στα περισσότερα ή σε όλα τα ελληνικά νοικοκυριά και από το Μουντιάλ του 1982 άρχισαν να μεταδίδονται αγώνες σε κοινόχρηστους χώρους, κυρίως σε ταβέρνες και καφενεία.

Ακόμη κι αν κάποιος δεν μπορούσε να δει αγώνα στο σπίτι του, είχε τη δυνατότητα να το κάνει στη γειτονιά του, παρέα με φίλους και συγγενείς. Κάπως έτσι μάθαμε όλοι τους  ποδοσφαιριστές του Μουντιάλ που αργότερα έγιναν μύθοι για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

Μαραντόνα

Ο Ντιέγκο Μαραντόνα έγινε το σημείο αναφοράς για το Μουντιάλ του 1986 στο Μεξικό. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην υποκλίθηκε στο ταλέντο του και στην Ελλάδα ο θρύλος του δεν ήταν λιγότερο  έντονος, όπως και η αγάπη που έδειξε ο φίλαθλος κόσμος της χώρας μας στον «El pibe».

Σε ένα και μόνο τουρνουά πέτυχε το πιο αμφισβητούμενο τέρμα όλων των εποχών στο άθλημα, με το «χέρι του Θεού» και το πιο όμορφο γκολ των Μουντιάλ με ατομική ενέργεια, όταν πέρασε τέσσερα λεπτά αργότερα τη μισή ομάδα της Αγγλίας με ντρίμπλες πίσω από το κέντρο, για να βρει δίχτυα. Η Αργεντινή πήρε το τρόπαιο χάρη στην ιδιοφυΐα του Μαραντόνα. Οι Έλληνες φίλαθλοι εκείνης της γενιάς δεν θα σταματήσουν ποτέ να μιλούν για αυτόν και για το «Μουντιάλ του Μαραντόνα, το 1986».

Πλατινί

Ο Μισέλ Πλατινί ίσως είναι ένας από εκείνους που δεν κράτησαν τη φήμη τους τόσο ψηλά όσο οι άλλοι μεγάλοι θρύλοι του παγκοσμίου ποδοσφαίρου της εποχής. Στην Ελλάδα είχε, όμως, πολλούς οπαδούς και ειδικά στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1982 και του 1986, άφησε τη σφραγίδα του και αγαπήθηκε από πολλούς ευρωπαίους και Έλληνες φιλάθλους.

Ήταν ένας από τους πιο καταρτισμένους μέσους της γενιάς του, ακριβέστατος, τεχνίτης και αποτελεσματικός στην τελική προσπάθεια. Η τρίτη θέση της Γαλλίας στο Μουντιάλ του 1986 ήταν ό,τι καλύτερο πέτυχε η ομάδα με τον Πλατινί, με τον Γάλλο μέσο να έχει καθοριστική συμβολή και εξαιρετικές εμφανίσεις. Κάπως έτσι δημιούργησε έναν άτυπο δεσμό με τους συμπατριώτες μας, που εκτίμησαν τις ικανότητές του.

Ρομάριο

Τι να πει κανείς για αυτόν τον παίκτη; Πέτυχε εκατοντάδες γκολ στα γήπεδα, έκανε τεράστια καριέρα στην Ευρώπη και στο Μουντιάλ του 1994 αποτέλεσε ένα μοντέλο για τον ιδανικό στράικερ που ήθελαν να απολαύσουν οι Έλληνες φίλαθλοι, αλλά και όλος ο πλανήτης: χαμηλό κέντρο βάρους, ταχύτητα, γρήγορη σκέψη, μοναδική αποτελεσματικότητα μπροστά στην εστία από έναν παίκτη που αγωνιζόταν για να διασκεδάζει, όχι από υποχρέωση.

Πέτυχε πέντε γκολ στη διοργάνωση, ήταν από τους καλύτερους ποδοσφαιριστές του Μουντιάλ και οδήγησε τη Βραζιλία στην κατάκτηση του τέταρτου παγκόσμιου τίτλου της. Η συνεργασία του με τον Μπεμπέτο σημαδεύτηκε από τον περίφημο πανηγυρισμό με την κούνια του μωρού, χαρίζοντας στη «σελεσάο» ακόμη περισσότερους οπαδούς, χάρη στην συγκινητική και ανθρώπινη επιλογή πανηγυρισμού.

Ρονάλντο Ναζάριο

Μία λέξη αρκεί: «Φαινόμενο». Το παρατσούκλι του Ρονάλντο περιγράφει τα πάντα για έναν από τους πιο αγαπημένους παίκτες όλων των εποχών για τους Έλληνες φιλάθλους. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι συγκαταλέγεται στους κορυφαίους σκόρερ του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όχι μόνο επειδή ήταν πρώτος σκόρερ το 2002, αλλά επειδή άφηνε το σημάδι του όποτε κι αν αγωνίστηκε σε αυτό.

Η εμφάνισή του στη διοργάνωση του 1998 επισκιάστηκε από την περιπετειώδη παρουσία του στον τελικό, λόγω μίας μυστηριώδους ασθένειας που τον ταλαιπώρησε το βράδυ πριν αντιμετωπίσει την οικοδέσποινα Γαλλία στον τελικό. Αρχικά, το όνομά του δεν βρισκόταν στην αποστολή, όμως τελικά αγωνίστηκε, αποτελώντας σκιά του εαυτού του στην ήττα από τους “τρικολόρ”. Αυτή η ιστορία πυροδότησε μία σειρά θεωριών συνωμοσίας στις ελληνικές καφετέριες που κράτησε για δεκαετίες. Ίσως και ως σήμερα.

Το 2002 όμως, στη Νότια Κορέα και στην Ιαπωνία, ήρθε η εξιλέωση: οκτώ γκολ συνολικά, Χρυσή Μπάλα, δεύτερο Μουντιάλ σε προσωπικό επίπεδο, πέμπτο για τη Βραζιλία. Η φωτογραφία του όταν σκοράρει το νικητήριο τέρμα στον τελικό με τη Γερμανία είναι μία από αυτές που οι Έλληνες φίλαθλοι θυμόνταν για πολλά χρόνια.

Τα είδωλα της σύγχρονης εποχής

Η γενιά των Ελλήνων φιλάθλων που είχε το προνόμιο της ενημέρωσης μέσω του internet, των social media και των δορυφορικών καναλιών ή συνδρομητικών υπηρεσιών, ανέπτυξε άλλου είδους σύνδεση με τους μεγάλους παίκτες των Μουντιάλ. Ίσως αν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία μπορούσαν να παρακολουθούν όποτε ήθελαν τον Πελέ και τον Μαραντόνα, οι δύο αυτοί θρύλοι να είχαν χτίσει ακόμη μεγαλύτερο μύθο γύρω από το όνομά τους ή και να είχαν απομυθοποιηθεί.

Στην αλλαγή της χιλιετίας, πάντως, οι φίλαθλοι είχαν περισσότερη πληροφορία στη διάθεσή τους, περισσότερη πρόσβαση και ευκολότερο φιλτράρισμα αυτών που έπρεπε να αξιολογήσουν πριν αποφασίσουν αν ένας παίκτης είναι «μεγάλος» στο ποδοσφαιρικό στερέωμα. Και αυτοί αποδείχθηκαν όχι μόνο «πολλοί», αλλά και «τεράστιοι», καθώς το ποδόσφαιρο άλλαζε χρόνο με τον χρόνο.

Ρονάλντινιο Γκαούτσο

Η συμβολή του Ροναλντίνιο στο Μουντιάλ του 2002 ήταν μικρή, αλλά καθοριστική. Το φάουλ εναντίον της Αγγλίας στα προημιτελικά, έμεινε στην ιστορία επειδή έκανε τον Ντέιβιντ Σίμαν να φαίνεται αφελής. Περισσότερο από το ίδιο το γκολ όμως, ήταν η προσωπικότητα του Βραζιλιάνου που έκανε σύντομα τον γύρο του κόσμου.

Έπαιζε με χαρά, με καλή διάθεση, με χαμόγελο, με στόχο να απολαύσει το παιχνίδι και να καταπλήξει το κοινό, στοιχεία που έκαναν τον «μάγο» εξαιρετικά αγαπητό στους Έλληνες φιλάθλους. Κι ο ίδιος αγάπησε την Ελλάδα, την οποία επισκέφθηκε αρκετές φορές μετά το τέλος της καριέρας του, οπότε η σχέση είναι αμφίδρομη.

Ριβάλντο

Όταν έγραφε ιστορία στα γήπεδα της Νότιας Κορέας και της Ιαπωνίας το 2002, δίπλα στον Ροναλντίνιο και τον Ρονάλντο, λίγοι φαντάζονταν ότι θα τον έβλεπαν λίγα χρόνια μετά να παίζει στα γήπεδα της Ελλάδας.

Τα πέντε γκολ που πέτυχε σε εκείνη τη διοργάνωση, η σπουδαία καριέρα του σε Παγκόσμια Κύπελλα και σε συλλόγους σαν τη Μπαρτσελόνα και τη Μίλαν, η Χρυσή Μπάλα που είχε κερδίσει το 1999, ήταν αρκετά από μόνα τους για να γίνει αντικείμενο λατρείας για τους Έλληνες φιλάθλους. Όταν πια φόρεσε τη φανέλα του Ολυμπιακού στην αρχή και της ΑΕΚ στη συνέχεια, είχε αποκτήσει πλέον ένα στάτους που λίγοι παίκτες αυτού του βεληνεκούς είχαν στη χώρα μας.

Ζιντάν

Ο Ζινεντίν Ζιντάν είναι μία ειδική περίπτωση για τα Παγκόσμια Κύπελλα. Ήδη είχε βάλει την προσωπική σφραγίδα του στο Μουντιάλ του 1998, όταν οδήγησε τη διοργανώτρια Γαλλία στην κατάκτηση του τροπαίου. Το 2006, όμως, στο Παγκόσμιο της Γερμανίας, ο παγκόσμιος αθλητικός κόσμος έζησε μία από τις πιο έντονα συναισθηματικές στιγμές των Μουντιάλ, μέσα από τη βίαιη μορφή της.

Ο «Ζιζού» στα 34 του ήταν έτοιμος να αποχαιρετήσει την εθνική και τις μεγάλες διοργανώσεις, μέχρις ότου προκλήθηκε από τον Μάρκο Ματεράτσι και τον χτύπησε με κουτουλιά στο στήθος. Ήταν μία ανθρώπινη έκρηξη, που οι Έλληνες φίλαθλοι στην πλειοψηφία τους τη δικαιολόγησαν. Η εικόνα του να περπατάει προς τα αποδυτήρια, δίπλα από το τρόπαιο, ενώ είχε δεχτεί κίτρινη κάρτα, αποτελεί μνημείο για την αθλητική φωτογραφική τέχνη.

Κριστιάνο Ρονάλντο

Υπάρχει ένας Ρονάλντο κι ένας άλλος Ρονάλντο. Έπαιξαν στον ίδιο σύλλογο σε διαφορετικές εποχές, μιλούν την ίδια γλώσσα, αλλά έρχονται από διαφορετικές χώρες. Απέκτησαν διαφορετικό κοινό, σε άλλες εποχές και με άλλες συνθήκες. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο δεν κατάφερε, ως σήμερα τουλάχιστον, να πάρει παγκόσμιο τίτλο με την Πορτογαλία, όμως οι αριθμοί του στη διοργάνωση δείχνουν πόσο επιδραστικός είναι.

Το 2006 έφτασε στα ημιτελικά, σκοράροντας στον μικρό τελικό. Το 2018 πέτυχε χατ τρικ εναντίον της Ισπανίας στη φάση των ομίλων. Αν η Πορτογαλία είχε καλύτερο υλικό, ίσως έκανε τους Έλληνες θαυμαστές του να τον αποθεώνουν. Διότι ναι, ο CR7 έχει μεγάλο κοινό στη χώρα μας, βλέποντας παιδιά να κάνουν το περίφημο «siuuu» όταν πανηγυρίζουν ένα γκολ στο γήπεδο της γειτονιάς τους.

Μέσι

Θα μπορούσαμε απλώς να γράψουμε το όνομά του. Ίσως μιλάμε για τον κορυφαίο παίκτη όλων των εποχών και ακόμη δεν έχει καν εγκαταλείψει τα γήπεδα. Η σχέση του Λιονέλ Μέσι με τους Έλληνες φιλάθλους δεν μπορεί να είναι διαφορετική από εκείνη με τον υπόλοιπο κόσμο. Ο Αργεντίνος σούπερ σταρ διαμόρφωσε μία ολόκληρη γενιά φιλάθλων, και οι Έλληνες παρακολουθούν την πορεία του από τις αρχές της χιλιετίας μέχρι σήμερα.

Πολλοί πανηγύρισαν την κατάκτηση του τροπαίου από την Αργεντινή στο Μουντιάλ του Κατάρ το 2022 σαν να το πήρε η χώρα μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρουσία του στο φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο αρκεί για να κάνει την «αλμπισελέστε» μία από εκείνες που θεωρούνται φαβορί για να πάρουν το Μουντιάλ και οι Έλληνες σίγουρα θα το χαρούν.

Μεγάλοι παίκτες που δεν αναγνωρίστηκαν όσο τους άξιζε

Αυτοί δεν ήταν, φυσικά, οι μόνοι «θρύλοι» των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Δεκάδες ακόμη παίκτες του Μουντιάλ άφησαν το στίγμα τους στη διοργάνωση, ακόμη κι αν δεν πέτυχαν πολλά από πλευράς τίτλων. Ο Πάολο Μαλντίνι έμεινε δεύτερος το 1990 και τρίτος το 1994 με την εθνική Ιταλίας. Ο Σόκρατες δεν κατέκτησε τίποτα με τη Βραζιλία το 1982 και το 1986.

Η Ολλανδία δεν πήρε τίτλους, αλλά κανείς δεν ξεχνάει τα γκολ του Μάρκο Φαν Μπάστεν στην πορεία για τα ημιτελικά το 1990. Ο Φέρεντς Πούσκας δεν αναγνωρίστηκε παγκοσμίως όσο του άξιζε παρά τις μεγάλες επιτυχίες του με την Ουγγαρία στη δεκαετία του ’50. Οι Έλληνες οπαδοί, όμως, ξεχωρίζουν την κλάση και το ταλέντο. Δεν περιμένουν τίτλους για να συνδεθούν με έναν παίκτη, έστω κι αν τα τρόπαια τροφοδοτούν τον θρύλο.

Τι κάνει έναν παίκτη αγαπητό στην Ελλάδα

Ρίχνοντας μία ματιά σε όλα τα παραπάνω, διακρίνουμε ένα μοτίβο. Οι Έλληνες φίλαθλοι δεν αγαπούν απαραίτητα τους νικητές. Λατρεύουν τους παίκτες του Μουντιάλ που έχουν προσωπικότητα, που δείχνουν κάτι παραπάνω από «επαγγελματική» συμπεριφορά. Ο Μαραντόνα έγινε ίνδαλμα στη χώρα μας επειδή είχε μία προσωπική σχέση και συνομιλία με την αγαπημένη του ποδοσφαιρική μπάλα. Ο Ζιντάν τελείωσε με τον χειρότερο τρόπο μία μεγαλειώδη καριέρα, αλλά αποθεώθηκε για το πάθος του. Ο Ροναλντίνιο και ο Μέσι λατρεύονται επειδή αγαπούν το παιχνίδι, με την κυριολεκτική έννοια των λέξεων.

Επίσης, υπάρχει και μία άλλη πλευρά. Εκείνη των Ελλήνων που αγαπούν παίκτες με τεχνικά χαρακτηριστικά και ποιότητα στο παιχνίδι τους. Δύσκολα τα βρίσκουν με τερματοφύλακες και κεντρικούς αμυντικούς. Ίσως επειδή η χώρα μας είναι γεμάτη από σπουδαίους παίκτες σε αυτές τις θέσεις και οι φίλαθλοι ψάχνουν το κάτι παραπάνω. Και καθώς το Μουντιάλ είναι πάντα μία διοργάνωση γεμάτη από τέτοιους παίκτες, αυτός είναι ο λόγος που το Παγκόσμιο Κύπελλο έχει τόσο σημαντική απήχηση στην Ελλάδα.

21+ | ΑΡΜΟΔΙΟΣ ΡΥΘΜΙΣΤΗΣ ΕΕΕΠ | ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΘΙΣΜΟΥ & ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ | ΕΟΠΑΕ ΓΡΑΜΜΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ: 1114 | ΠΑΙΞΕ ΥΠΕΥΘΥΝΑ